ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΨΗΦΙΑΚΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Περίληψη

Η «εισβολή» και επιβολή του διαδικτύου στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο, και δη στις πολυποίκιλες εμπορικοοικονομικές συναλλαγές, τις διεθνείς σχέσεις αλλά και τη δημόσια διοίκηση, έθεσε επί τάπητος το θέμα των ανοιχτών ψηφιακών διαδικασιών και συναλλαγών. Μαζί με το μέγα πλήθος των κάθε μορφής συναλλακτικών ευκαιριών αναπτύχθηκε και έντονος προβληματισμός και συζήτηση σχετικά με το επίπεδο και το εύρος της δεσμευτικότητας των συναλλαγών αυτών, την ταυτοποίηση των φορέων συναλλαγής και τη διασφάλιση των συναλλασσομένων γενικότερα.  Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις,  η υιοθέτηση της ψηφιακής υπογραφής, ως μέσου προστασίας, εγκυρότητας και διασφάλισης θεωρήθηκε εκ των ων ουκ άνευ προκαλώντας μια διευρυμένη επιστημονική συζήτηση αναφορικά με τα τεχνικά και νομικά χαρακτηριστικά της,  με τα ανάλογα αποτελέσματα σε παγκόσμιο, Ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

Σε γενικές γραμμές βασική στόχευση με τη χρήση της ψηφιακής υπογραφής, τουλάχιστον από νομική άποψη, παραμένει η δέσμευση των συναλλασσομένων στην μη άρνηση της συναλλαγής, η στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό βεβαιότητα για το ποιος φορέας και με τι προϋποθέσεις, κριτήρια και όρους υπογράφει , ούτως ώστε να είναι εφικτό να διακριβωθεί και να γίνει γνωστή η ταυτότητά του ως αντισυμβαλλόμενου.

Η προσπάθεια για την ομογενοποίηση του νομικού - θεσμικού πλαισίου για τη χρήση της ψηφιακής υπογραφής έχει ως αφετηρία το έτος 1996, ενώ η Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 1999 , η 99/93 , έβαλε τις βάσεις για τη δημιουργία ενός σταθερού και κοινά αποδεκτού θεσμικού πλαισίου στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τότε μέχρι τις ημέρες μας ακολούθησαν μια σειρά από τροποποιητικές και βελτιωτικές Οδηγίες και αποφάσεις. Κατ’ εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 99/93 , στη χώρα μας η εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με το Ευρωπαϊκό αναφορικά με την αποδοχή και χρήση της ψηφιακής υπογραφής υλοποιείται με το Προεδρικό διάταγμα 150/2000.

Από τότε μέχρι τις μέρες μας και παρά την πολύ θετική διεθνή και Ευρωπαϊκή εμπειρία και τις εμπεριστατωμένες μελέτες ότι η χρήση της ψηφιακής υπογραφής στη δημόσια διοίκηση θα προκαλούσε, σε ετήσια βάση, εξοικονόμηση δαπανών της τάξης των διακοσίων πενήντα εκατομμυρίων,  δυστυχώς για τη χώρα μας οι εξελίξεις σε αυτό το θέμα , στην εφαρμογή δηλαδή της ψηφιακής υπογραφής, κινούνται με ρυθμό χελώνας. Και μόνο ότι δεν έχει γίνει ακόμη κατορθωτό να ολοκληρωθεί το μεγάλο ομολογουμένως έργο ΣΥΖΕΥΞΙΣ αποτελεί πειστήριο για την αναποτελεσματικότητα της Ελληνικής Πολιτείας.       

  1. 1.Εισαγωγή

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον, η τεχνολογία , και όχι μόνο, αποτελεί έναν από τους κορυφαίους παράγοντες αλλαγών σε όλες τις εκφάνσεις τόσο της καθημερινής ζωής  όσο και του συνόλου κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων σε κάθε οργανωμένη κοινωνία σε όλο τον κόσμο.

Το διαδίκτυο, τέκνο των ραγδαίων εξελίξεων στο χώρο της πληροφορικής, με τον ορυμαγδό των πληροφοριών που διακινεί και απελευθερώνει, σχεδόν επικαθορίζει πολλές από τις προσωπικές αποφάσεις κάθε ατόμου,  τις κάθε μορφής σχέσεις και συναλλαγές με τον περίγυρό του και φυσικά και με το οργανωμένο κράτος, τη δημόσια διοίκηση.

Είναι γνωστό ότι η δημόσια διοίκηση, λιγότερο ή περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από υψηλές ταχύτητες και μεγάλη ευελιξία αναφορικά με την υιοθέτηση και ενσωμάτωση των καινοτομιών της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνίας. Αντίθετα «κατηγορείται» για την ύπαρξη φαινομένων διοικητικής ραθυμίας και αδυναμίας για ενσωμάτωση  των αλλαγών που επιφέρουν οι ΤΠΕ στα συστήματα διοίκησης και, σε τελευταία ανάλυση, στις σχέσεις δημόσιας διοίκησης – πολίτη. Άλλωστε η παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου προς τον πολίτη και η διαφύλαξη και προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος αποτελεί την πεμπτουσία του ρόλου της δημόσιας διοίκησης στις σύγχρονες κοινωνίες.

Όπως προαναφέρθηκε, η δημόσια διοίκηση δυσκολεύεται και καθυστερεί να υιοθετήσει τις επιδράσεις του διαδικτύου και των ΤΠΕ, γεγονός το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει αρνητικά, και εν πάση περιπτώσει όχι ευεργετικά, την ποιότητα των σχέσεων του πολίτη με τη διοίκηση και υποβαθμίζει την ποιότητα του τελικού αποτελέσματος. Ένα από τα κορυφαία προβλήματα στη δημόσια διοίκηση, το οποίο δυστυχώς εισπράττουν ο πολίτες, αποτελεί έλλειψη σταθερής λειτουργικής διασύνδεσης των διαφόρων υπηρεσιών και συστημάτων μεταξύ τους. Είναι γεγονός ότι οι πολίτες, σε αντίθεση με τις θετικές εμπειρίες τους από την καθημερινή επαφή με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις (τράπεζες, εμπορικές επιχειρήσεις κλπ) , δεν ικανοποιούνται στον ίδιο βαθμό από τις παρεχόμενες υπηρεσίες από τη δημόσια διοίκηση και ως εκ τούτου δικαίως απαιτούν αναβάθμιση των υπηρεσιών αυτών με κύριο, αλλά όχι μοναδικό, το  αίτημα για επιτάχυνση των διαδικασιών και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας.

Η αναβάθμιση όμως των εσωτερικών λειτουργικών διαδικασιών της δημόσιας διοίκησης και των υπηρεσιών προς τους πολίτες δεν είναι απλή υπόθεση. Η αλλαγή αυτή δεν συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την ευρεία χρήση των ΤΠΕ. Προϋποθέτει εθνική στρατηγική που υπερβαίνει τα στενά εδαφικά όρια της χώρας , στο βαθμό που συμμετέχει σε οργανωμένες με κοινή πολιτική και οικονομική στόχευση διεθνείς ενωσιακές συλλογικότητες (όπως η Ελλάδα που συμμετέχει ως ισότιμο μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη), εθνική στρατηγική, πολιτικό προγραμματισμό, επιχειρησιακό σχεδιασμό, τεχνολογικές υποδομές, ανθρώπινους πόρους με τις ανάλογες γνώσεις και δεξιότητες , μεγάλες οργανωτικές αλλαγές και διασύνδεση των φορέων δημόσιας διοίκησης μεταξύ τους.

Η νέα «ηλεκτρονική φιλοσοφία» , ένα σύστημα νεωτεριστικών και  καινοτόμων  ιδεών αναφορικά με τη χρήση των ΤΠΕ στη δημόσια διοίκηση θεμελιώνουν και υποστηρίζουν την  Ηλεκτρονική διακυβέρνηση (e-governance), μιας έννοιας  παρεπόμενης αλλά και συνυπάρχουσας με αυτήν της  Διακυβέρνησης. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση  έχει εδώ και είκοσι περίπου χρόνια σταδιακά  αποτελέσει το όχημα για την μεγάλη αλλαγή στις σχέσεις πολίτη – κράτους τόσο σε ότι αφορά στις από τη δημόσια διοίκηση παρεχόμενες υπηρεσίες προς τον πολίτη όσο και σε θέματα διαφάνειας και δημοκρατίας.

  1. 2.Ηλεκτρονική διακυβέρνηση (e-government)

Η κεντρική στόχευση της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης σχετίζεται  με την προσπάθεια για πλήρη εκσυγχρονισμό της κρατικής μηχανής και της διοίκησης με κινητήριο μοχλό τις Τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών. «Επιβάλλει» την αλλαγή του συνόλου των εσωτερικών διαδικασιών στη διοίκηση αλλά και των σχέσεων ανάμεσα στους διάφορους φορείς που την συναποτελούν και την μετατροπή των παρεχομένων υπηρεσιών σε υπηρεσίες  added value. Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει θετικά τους δείκτες αποτελεσματικότητας και απόδοσης της διοίκησης και σε επέκταση το βαθμό ικανοποίησης των πολιτών τόσο με την κάλυψη των αναγκών τους όσο και με τη συμμετοχή τους.  

Ένας ιδιαίτερου ενδιαφέροντος από εννοιολογική άποψη ορισμός για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση είναι ο εξής: «Η διαδικτυωμένη κυβέρνηση η οποία συνδυάζει την νέα τεχνολογία με συστήματα εσωτερικής κληρονομιάς και με την σειρά της συνδέει τις κυβερνητικές πληροφοριακές υποδομές προς τα έξω με οτιδήποτε ψηφιακό και με οποιονδήποτε, όπως τον φορολογούμενο, τους προμηθευτές, τους πελάτες, τους ψηφοφόρους και κάθε άλλο θεσμό της κοινωνίας, αλλά και σχολεία, εργαστήρια, μέσα μαζικής ενημέρωσης, νοσοκομεία, άλλες κυβερνήσεις και άλλα κράτη του κόσμου» (Don Tapscott 2008).

Συμπερασματικά , κάθε αναφορά στην Ηλεκτρονική διακυβέρνηση συνδέει με δύο ευρείς στόχους, τον μετασχηματισμό των μηχανισμών της δημόσιας διοίκησης τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών της και με τη συνεχή προαγωγή της ποιότητας των υπηρεσιών προς την κοινωνία.

Ανάμεσα στις κύριες αρχές της Ηλεκτρονικής διακυβέρνησης συγκαταλέγονται οι ακόλουθες :

  • Οι προς τον πολίτη προσφερόμενες υπηρεσίες να είναι προσανατολισμένες αποκλειστικά σε αυτόν
  • Να χαρακτηρίζεται  από ποικίλη προσβασιμότητα (network, mobilephonesκλπ)
  • Να μην υποστηρίζει τον αποκλεισμό αλλά απεναντίας να εγγυάται την απρόσκοπτη και άμεση συμμετοχή των πολιτών μέσω των κυβερνητικών portals
  • Να εγγυάται και να διασφαλίζει ασφάλεια και εμπιστοσύνη στις συναλλαγές με διαδικασίες ψηφιακής ταυτοπροσωπίας
  • Να οδηγεί στη βελτίωση της απόδοσης της διοίκησης και των υπηρεσιών

Ενώ στις κύριες εργασίες – υπηρεσίες ΗΔ μπορεί να συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα σε άλλες  η συμπλήρωση αλλά και η αποστολή αιτημάτων με ηλεκτρονικά μέσα, οι εγγραφές στα διάφορα δημόσια μητρώα προσωπικών δεδομένων αλλά και στα μητρώα επιχειρήσεων (πχ. ΓΕΜΗ), οι οικονομικές συναλλαγές με τις διάφορες υπηρεσίες, οι ψηφιακοί διαγωνισμοί κλπ

Διακρίνονται τέσσερα στάδια εσωτερικής λειτουργίας στην Ηλεκτρονική διακυβέρνηση.

Α. Στάδιο Πληροφόρησης. Μέσω των ιστοτόπων τους οι δημόσιες υπηρεσίες αναρτούν σε κοινή θέαση υλικό σχετικό με τις παρεχόμενες υπηρεσίες (information level)

Β. Στάδιο Αλληλεπίδρασης. Στους ιστοτόπους των υπηρεσιών αναρτώνται και διατίθενται για εκτύπωση ή αποθήκευση στους πολίτες διάφορες φόρμες που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Επίσης παρέχονται στοιχεία για την επικοινωνία των χρηστών με τις υπηρεσίες (Interaction level)

Γ. Στάδιο Συναλλαγής. Σε αυτό το στάδιο οι πιστοποιημένοι χρήστες συμπληρώνουν ηλεκτρονικές φόρμες τις οποίες ο δημόσιος φορέας λαμβάνει με ηλεκτρονικό τρόπο και «απαντά» με επίσης ηλεκτρονικό τρόπο στο χρήστη  (transaction level)

Δ. Στάδιο Οριζόντιας Ολοκλήρωσης. Εδώ έχουμε πλήρη ηλεκτρονική επεξεργασία και απόδοση των αποτελεσμάτων στον χρήστη μέσω του δικτυακού τόπου της υπηρεσίας ή του δικτυακών τόπων των υπηρεσιών που τυχόν εμπλέκονται στην όλη διαδικασία (transformation level)

 Οι υπηρεσίες της Δημόσιας διοίκησης (της Κυβέρνησης) μέσω της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης κατευθύνονται προς  :

  • Τους πολίτες : Η διοίκηση  οφείλει να διασφαλίζει για τους πολίτες απρόσκοπτη πρόσβαση και εκ τούτου ακολουθεί μια πολιτική προσέγγισης και διασφάλισης της προσβασιμότητας των πολιτών στις υπηρεσίες  με τη χρήση των ΤΠΕ και της ΗΔ γενικά.
  • Τις επιχειρήσεις : Μέσω της ΗΔ διασφαλίζει τους καλύτερους δυνατούς όρους διαφάνειας και περιορισμού της διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση (ηλεκτρονικοί δημόσιοι διαγωνισμοί ) ενώ παράλληλα μέσω της μείωσης του απαιτούμενου χρόνου διεκπεραίωσης και του αντίστοιχου κόστους συνδράμει τις επιχειρήσεις στην προσπάθεια για βελτίωση της  παραγωγικότητάς τους
  • Τους υπαλλήλους : η διοίκηση μέσω της ΗΔ εξασφαλίζει μια σειρά σημαντικών υπηρεσιών προς τους υπαλλήλους όπως η συμμετοχή μέσω e-learningσε επιμορφωτικά προγράμματα, η καταβολή των αποδοχών τους μέσω e-bankingκλπ
  • Την Κυβέρνηση : Μέσω της ΗΔ διασφαλίζεται (ανάλογα με τις υπάρχουσες υποδομές) η επικοινωνία ανάμεσα στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες και οργανισμούς και η ανταλλαγή πληροφοριών ενώ παράλληλα διευκολύνεται και η επικοινωνία ανάμεσα σε κυβερνήσεις για θέματα διεθνούς και όχι μόνο ενδιαφέροντος  (πχ θέματα δημόσιας τάξης, έλεγχοι ροής μεταναστών, προσφύγων κλπ) χωρίς βέβαια να παραγνωρίζονται οι δυσκολίες λόγω της ασύμμετρης ανάπτυξης συστημάτων Η Δ σε κάθε χώρα

Εξυπακούεται ότι η Ηλεκτρονική διακυβέρνηση καλύπτει το σύνολο των υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα όπως ο πολύ σημαντικός τομέας της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και πλήθος μη κυβερνητικών οργανώσεων κοινωφελούς χαρακτήρα. Το διαδίκτυο παραμένει το κυρίαρχο πεδίο αναφοράς για την ΗΔ αλλά σημαντικό χώρο καταλαμβάνουν και άλλα συστήματα όπως  αυτά της τηλεφωνίας, της διαδραστικής τηλεόρασης κλπ

  1. 3.Ψηφιακή υπογραφή

 

Η ψηφιακή υπογραφή αποτελεί μία από τις βασικές πτυχές της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας για υποκατάσταση της «ευάλωτης» ιδιόχειρης υπογραφής και την προστασία εν γένει του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων αλλά και των εγγράφων που διακινούνται στη δημόσια διοίκηση και όχι μόνο.

Η ηλεκτρονική υπογραφή είναι  « Μια κλειδωμένη σύντμηση ενός ηλεκτρονικού κειμένου, η οποία παρέχει εγγύηση της αυθεντικότητας και της µη αλλοίωσής του» (Πλεξίδας 2013).

Κάθε επέμβαση στις ψηφιακές υπογραφές είναι δυνατό να αποκαλυφτεί λόγω της ιδιαίτερης σύνδεσης που έχουν με τα δεδομένα. Κατά τον ίδιο τρόπο είναι δυνατό να εντοπιστεί με ακρίβεια και ο αποστολέας του μηνύματος. Οι αρχές που προστατεύονται και προάγονται μέσω της ψηφιακής υπογραφής είναι :

  • Η εμπιστευτικότητα , δηλαδή η προστασία του συνόλου των δεδομένων σε κάθε περίπτωση που επιχειρηθεί οποιαδήποτε παρέμβαση από τρίτο μη εξουσιοδοτημένο φορέα
  • Η ακεραιότητα, δηλαδή ο αποκλεισμός κάθε μη εξουσιοδοτημένου φορέα να αλλοιώσει ή να αντικαταστήσει δεδομένα
  • Η πιστοποίηση, δηλαδή η (επι)βεβαίωση των στοιχείων ταυτότητας ενός φορέα που σχετίζεται με τα δεδομένα
  • Η μη άρνηση αποδοχής, ο αποκλεισμός της δυνατότητας του αποστολέα ενός μηνύματος να αποποιηθεί τη σχέση του με το μήνυμα ισχυριζόμενος ότι δεν το δημιούργησε ή/και δεν το απέστειλε. 

Όπως γίνεται αντιληπτό κεντρικοί στόχοι με τη χρήση της ψηφιακής υπογραφής είναι η ταυτοποίηση του φορέα (αυτού που υπογράφει), η γνησιότητα των δεδομένων, η αποδοχή δέσμευσης του υπογράφοντα φορέα και η κάθε φορά ειδική συσχέτιση της υπογραφής με τα αντίστοιχα δεδομένα (η υπογραφή διαφοροποιείται κάθε φορά) σε αντίθεση με τη φυσική υπογραφή (ιδιόχειρη).

Να σημειωθεί ότι η φυσική υπογραφή:

  • Ακολουθεί αναπόσπαστα (ενσωματώνεται) το μήνυμα σε αντίθεση με την ψηφιακή η οποία είναι «εξωτερικό στοιχείο» του μηνύματος
  • Παραμένει ίδια σε κάθε περίπτωση σε αντίθεση με την ψηφιακή που κάθε φορά αλλάζει
  • Πλαστογραφείται εύκολα σε αντίθεση με την ψηφιακή που αναπαράγεται πάρα πολύ δύσκολα
  • Αφορά στην πιστοποίηση του φορέα υπογραφής ενώ η ψηφιακή αφορά και στο περιεχόμενο του μηνύματος (πληροφορίες) αλλά και στον υπογράφοντα
  • Είναι ορατή ενώ για τη περίπτωση της ψηφιακής χρειάζεται συγκεκριμένο λογισμικό για να παραχθεί και να φανερωθεί

Όπως γίνεται αντιληπτό η χρήση της ψηφιακής υπογραφής έχει δύο φάσεις. Η πρώτη είναι η φάση δημιουργίας της και η δεύτερη η διαδικασία επαλήθευσης της υπογραφής. Κατά τη παραγωγή της υπογραφής διαμορφώνεται ένα «συνοπτικό μαθηματικό μήνυμα» μέσω αλγορίθμων. Στην όλη διαδικασία γίνεται χρήση ενός απόρρητου «ιδιωτικού κλειδιού» με το οποίο σφραγίζεται το ηλεκτρονικό μήνυμα και ενός μη απόρρητου «δημοσίου κλειδιού» με το οποίο το μήνυα αποσφραγίζεται.

Ο φορέας αποστολής ενός μηνύματος δημιουργεί το συνοπτικό μήνυμα με τη χρήση του αλγόριθμου κατακερματισμού (Κώστας Λιμνιώτης, 2013)

Με το απόρρητο ιδιωτικό κλειδί κρυπτογραφεί το συνοπτικό μήνυμα και αυτόν τον τρόπο δημιουργείται η ψηφιακή υπογραφή την οποία προσάπτει στο κείμενό του και ακολούθως το ψηφιακά υπογεγραμμένο μήνυμα στέλνεται στον παραλήπτη διά του διαδικτύου.

Ο φορέας παραλαβής του μηνύματος κάνοντας χρήση του δημοσίου κλειδιού του φορέα αποστολής ξεχωρίζει το μήνυμα από την ηλεκτρονική υπογραφή ενώ με τη χρήση αλγορίθμου παράγεται σύνοψη μηνύματος. Ακολουθεί η αποκρυπτογράφηση της ψηφιακής υπογραφής με τη χρήση του δημοσίου κλειδιού του φορέα αποστολής. Η συσχέτιση (σύγκριση) και ταύτιση ή μη των δύο συνόψεων θα φανερώσει την ακεραιότητα του μηνύματος.

Να σημειωθεί ότι στη δημόσια διοίκηση (και όχι μόνο), πέραν του απαραίτητου λογισμικού και των συστημάτων Η/Υ,  η πιστοποίηση του δημοσίου υπαλλήλου  - χρήστη ψηφιακής υπογραφής  αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη χρήση της. Συνοπτικά, απαιτείται η εγγραφή του στην πύλη δημόσιας διοίκησης, η κατοχή από μέρους του κάρτας ή ΑΔΔΥ (Universal Serial Bus TOKEN) με τα αντίστοιχα Pin και Puk και, μετά τη σχετική αίτηση, η διαπίστευσή του με τον φορέα Πιστοποίησης του Δημοσίου.

  1. Ευρωπαϊκό πλαίσιο – οδηγίες της ΕΕ σχετικά με την ψηφιακή υπογραφή

  Τον Δεκέμβριο του 1999 εκδόθηκε Ευρωπαϊκή Οδηγία με στόχο τον προσδιορισμό του κοινοτικού πλαισίου για τις ψηφιακές υπογραφές (Οδηγία ΕΕ 1999/93).

Μέσω της εν λόγω Οδηγίας (1999/93) επιδιώκεται η διευκόλυνση της χρήση της ψηφιακής υπογραφής καθώς και η κατοχύρωση του νομικού τους status (αναγνώριση). Η Οδηγία αναφέρεται στις υπηρεσίες πιστοποίησης και με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει την απρόσκοπτη λειτουργία της Ευρωπαϊκής αγοράς. Η Οδηγία δεν αναφέρεται σε θέματα συμβάσεων ή άλλων συναφών θεμάτων αφού «αφήνει» τη ρύθμιση αυτών των ζητημάτων στο κρατικό (εθνικό) και Ευρωπαϊκό δίκαιο. Τέλος , με την ίδια λογική, αυτήν δηλαδή της κάλυψης από το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο, δεν θέτει και δεν τροποποιεί υφιστάμενους κανόνες αναφορικά με τη χρήση διαφόρων εγγράφων

Πιο αναλυτικά η Οδηγία προσδιορίζει τα απολύτως απαραίτητα κριτήρια για τη νομική υπόσταση και αναγνώριση των ψηφιακών υπογραφών. Κινούμενη στο πεδίο των κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν στην παρουσία και λειτουργία των παρόχων πιστοποίησης ορίζει :

α. κοινό πλαίσιο απαιτήσεων για τους παρόχους  με στόχο την διασυνοριακή πιστοποίηση και αποδοχή των ψηφιακών υπογραφών αλλά και των πιστοποιητικών στην περιοχή που καλύπτει η ΕΕ.

β. ενιαίους κανόνες σχετικούς με τα πιστοποιητικά ούτως ώστε να οικοδομείται και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη μεταξύ των χρηστών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο

γ. κοινής αποδοχής μηχανισμούς με στόχο τη διευκόλυνση της διαδικασίας αναγνώρισης των ψηφιακών υπογραφών και πιστοποιητικών από τρίτες χώρες.

Επίσης ορίζει και διακρίνει την απλή ψηφιακή υπογραφή (δεδομένα συσχετισμένα ή συναπτόμενα σε άλλα ηλεκτρονικά δεδομένα διά των οπίων τεκμαίρεται η γνησιότητα) από την προηγμένη ψηφιακή υπογραφή η οποία : α. σχετίζεται με σχέση μονοσήμαντη με αυτόν που υπογράφει β. ταυτοποιεί αυτόν που υπογράφει γ. παράγεται με μέσα που βρίσκονται στον έλεγχο του υπογράφοντα φορέα και δ. σχετίζεται με το έγγραφο του οποίου πρέπει να αποδειχτεί η αυθεντικότητα και η μη αλλοίωσή του. Παράλληλα θεσπίζεται και το αναγνωρισμένο πιστοποιητικό που πρέπει να διαθέτει : α. ένδειξη ότι είναι αναγνωρισμένο β. τα στοιχεία του φορέα που παρέχει την υπηρεσία γ. όνομα του φορέα που υπογράφει δ. τα δεδομένα της προς επαλήθευση υπογραφής ε. τα χρονικά όρια εγκυρότητας του πιστοποιητικού (έναρξη – λήξη)ε. το pin ταυτοποίησης του πιστοποιητικού στ. την ψηφιακή υπογραφή (προηγμένη στην προκείμενη περίπτωση) του φορέα παροχής της υπηρεσίας πιστοποίησης ο οποίος το εκδίδει. 

Παράλληλα και σύμφωνα πάντα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία οι χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης  : α. δικαιούνται να διαθέτουν δικούς τους μηχανισμούς μέσω των οποίων να παρέχεται πιστοποίηση με διαρκώς βελτιούμενα χαρακτηριστικά β. δεν έχουν το δικαίωμα να αποκλείουν την παροχή πιστοποιήσεων που παρέχονται από άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης γ. έχουν το δικαίωμα , ιδίως στον δημόσιο τομέα, να επιπροσθέτουν απαιτήσεις για τη χρήση της ψηφιακής υπογραφής αρκεί οι αυξημένες απαιτήσεις να χαρακτηρίζονται από αντικειμενικότητα , διαφάνεια και να ην προκαλούν διαχωρισμούς και διακρίσεις. Επίσης η Οδηγία αναγνωρίζει ότι μια προηγμένη ψηφιακή υπογραφή με αναγνωρισμένο πιστοποιητικό καλύπτει τις νομικές προδιαγραφές και απαιτήσεις για τα δεδομένα σε ψηφιακή μορφή όπως και μια φυσική (ιδιόχειρη) υπογραφή καλύπτει τις απαιτήσεις για δεδομένα που αναγράφονται σε κοινό χαρτί. (Μαρτάκος, Κυρλόγλου, Μητράκας, 2004)

Η αναγνωρισμένη ψηφιακή υπογραφή είναι αποδεκτή και χρησιμοποιείται ως απόδειξη σε νομικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου η ψηφιακή υπογραφή δεν είναι αποδεκτό να απορριφθεί μόνο επειδή μορφοποιείται μέσω των ηλεκτρονικών δεδομένων και δεν συνοδεύεται από αναγνωρισμένο πιστοποιητικό.

 Κάθε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλει να ορίζει το πεδίο και το είδος ευθύνης των φορέων – παρόχων πιστοποιητικών προς πρόσωπα ή φορείς προς τους οποίους παρέχουν υπηρεσίες. Ενδεικτικά αναφέρονται ευθύνη για έλλειψη ακρίβειας των πληροφοριών που συμπεριλαμβάνονται σε πιστοποιητικό καθώς επίσης και ευθύνη για έλλειψη πληρότητας του πιστοποιητικού (αν δηλαδή έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία) και μη ταυτοποίησης του υπογράφοντος το πιστοποιητικό προσώπου (έλλειψη ταυτοπροσωπίας). Επίσης ο πιστοποιημένος φορέας – πάροχος πιστοποίησης έχει τη δυνατότητα να ορίσει το εύρος των συναλλαγών που το χορηγούμενο πιστοποιητικό καλύπτει αρκεί τα όρια αυτά να είναι σαφή και συγγνωστά. Εξυπακούεται ότι ο φορέας πιστοποίησης δεν ευθύνεται για βλάβες που απορρέουν από τη χρήση πιστοποιητικού η οποία παραβιάζει τα περιοριστικά όρια που αναφέρονται πάνω σε αυτό. 

Τέλος οι χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να εφαρμόζουν την αρχή της αμοιβαιότητας στις σχέσεις τους με τρίτες χώρες και σε σχέση με την αναγνώριση των ψηφιακών υπογραφών και πιστοποιητικών. Οι πάροχοι πιστοποιητικών από τρίτες χώρες οφείλουν να έχουν διαπίστευση από μια τουλάχιστον χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα ο πιστοποιημένος πάροχος χώρας μέλους της ΕΕ έχει τη δυνατότητα να προσφέρει εγγυήσεις για πιστοποιητικά παρόχων από τρίτες χώρες. Κορυφαίος φορέας για την υποβολή προτάσεων διασφάλισης των διεθνών προτύπων πιστοποίησης και ψηφιακής υπογραφής είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πολύ σημαντική θεωρείται η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ΕΥΡ. Οικον, Επιτρ, και Επιτρ. Περιφερειών) που αποτελεί ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων που σταδιακά θα οδηγήσουν στην των υπέρβαση εμποδίων σε θέματα ψηφιακών υπογραφών και ηλεκτρονικής ταυτοποίησης ανάμεσα στις χώρες μέλη της ΕΕ (EE, COM 2008 τελικό)

Σε γενικές γραμμές θίγονται ζητήματα και αίρονται προβλήματα σχετικά με την διασυνοριακή διαλειτουργικότητα των ψηφιακών υπογραφών και πιστοποιητικών  Εξυπακούεται ότι οι τόσο οι διεθνείς φορείς παροχής πιστοποίησης όσο και οι φορείς σε κάθε χώρα οφείλουν να προσαρμόζουν τις δραστηριότητες τους στο περιεχόμενο της οδηγίας 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικής με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση κορυφαίο γεγονός στην πορεία της ΕΕ προς μια ομογενοποιημένη πολιτική σχετική με την ψηφιακή ταυτοποίηση θεωρείται η έγκριση του Κανονισμού 910/2014 ο οποίος ισχύει από τις 17 Σεπτεμβρίου 2014 και άρχισε να εφαρμόζεται από τις αρχές Ιουλίου 2017. Στην ουσία ο εν λόγω κανονισμός καταργεί την οδηγία 1999/93 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα θέματα ψηφιακής ταυτοποίησης και εμπιστοσύνης. (Κανονισμός ΕΕ, 2014)

Άλλες σημαντικές παρεμβάσεις σε επίπεδο ΕΕ που σχετίζονται με την ψηφιακή υπογραφή και ταυτοποίηση είναι η :

α. Απόφαση 2000/709 της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 709, 2000)

Αναφέρεται στα minimum κριτήρια για τον ορισμό φορέων αρμοδίων για παροχή ψηφιακής υπογραφής με βάση την οδηγία 1999/93

β. Απόφαση 2003/51 της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 51, 2003)

και η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 15 Μαρτίου 2006 με την οποία ορίζεται το κοινοτικό πεδίο – πλαίσιο για τις ψηφιακές υπογραφές (COM/2006/0120 τελικό).

Ένα άλλο πεδίο εφαρμογής της ψηφιακής υπογραφής είναι τα ηλεκτρονικά τιμολόγια. Η Οδηγία του ΕΚ 01.115 δέχεται ότι είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτά εφόσον φέρουν ψηφιακή υπογραφή.

β. Η Οδηγία 112/ΕΕ του 2006 ορίζει τι είναι ο αποδεκτό ως ηλεκτρονικό τιμολόγιο και τι όχι.

Άλλες δύο Οδηγίες , η 17ΕΚ και η 18ΕΚ του 2004 αναφέρονται στα θέματα των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων (η πρώτη για διαχείριση υδάτων, υπηρεσιών μεταφορών και ενέργειας, ταχυδρομικές υπηρεσίες και η δεύτερη για έργα και προμήθειες). Στις εν λόγω οδηγίες αφήνεται στα κράτη μέλη της ΕΕ να επιλέξουν ποιον τύπο ψηφιακής υπογραφής αποδέχονται αρκεί να είναι σύμφωνος προς την εθνική νομοθεσία. Τέλος με την Οδηγία 31ΕΚ του 2000 ρυθμίζονται θέματα ψηφιακών υπογραφών που σχετίζονται με τις ηλεκτρονικές συναλλαγές (ηλεκτρονικό εμπόριο) και η κατάρτισή των εμπορικών συμβάσεων με ψηφιακά μέσα.   

  1. 5.Ηλεκτρονική υπογραφή και Ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο

Με ανάρτηση στον ιστότοπό της η  Αρχή Πιστοποίησης Ελληνικού Δημοσίου παρουσιάζει πλήρως το Θεσμικό Πλαίσιο για την Ηλεκτρονική Υπογραφή από το 1998 μέχρι το 2015 . (Αρχή Πιστοποίησης Ελληνικού Δημοσίου, 2016)

Στη χώρα μας η πρώτη νομοθετική προσέγγιση σε θέματα ηλεκτρονικής υπογραφής και των αντίστοιχων υπηρεσιών πραγματοποιήθηκε ,ε τον Νόμο 2672/1998. Ο νόμος κάλυπτε ζητήματα διακίνησης εγγράφων ανάμεσα σε υπηρεσίες  αλλά και ΝΠΔΔ και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ΝΠΙΔ και φυσικά πρόσωπα. (Καράκωστας Ιωάννης, 2003)

Βέβαια με τον νόμο 3979 του 2011 ο προηγούμενος νόμος καθώς και το Προεδρικό Διάταγμα 342 του 2002 καταργήθηκαν.

Το σημαντικότερο ίσως νομοθέτημα ήταν το Προεδρικό Διάταγμα 150 του 2001 με το οποίο η χώρα μας προσαρμόστηκε στα Ευρωπαϊκά νομικά δεδομένα στο θέμα της ψηφιακής υπογραφής. Το ΠΔ αποτελεί στη ουσία αυτούσια μεταφορά του περιεχόμενου της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 99/93 στα νομικά δεδομένα της Ελλάδας . Με τον Νόμο 3193 του 2003 ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο η Ευρωπαϊκή Οδηγία 115 του 2001 σχετικά με τη ηλεκτρονική τιμολόγηση , ενώ με τον Νόμο 3842 ΤΟΥ 2010 η ηλεκτρονική τιμολόγηση άρχισε σταδιακά να υλοποιείται. Αναφορικά δε με τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις η χώρα μας ενέταξε την Ευρωπαϊκή Οδηγία 18 του 2004 με τα Προεδρικά Διατάγματα 59 και 60 του  2007.

Σχετικά με τα νομικά ζητήματα που προέκυψαν με την εφαρμογή της ψηφιακής υπογραφής σοβαρότατη είναι η ανάλυση της νομικού Μιχαηλίδου Χρσυσούλας στο Περιοδικό Δίκη (Μιχαηλίδου Χρυσούλα, 2004)  

  1. 6.Σημαντικές εφαρμογές ψηφιακής υπογραφής στη χώρα μας

Hellenic Exchanges Remote Messaging Services (HERMS): Είναι μία διαδικτυακή εφαρμογή/σύστημα για την ηλεκτρονική επικοινωνία ανάμεσα στο ΧΑ (Χρηματιστήριο Αθηνών) και τις εισηγμένες εταιρείες. Μέσω του ΕΡΜΗΣ διευκολύνεται και κυρίως επιταχύνεται η διεκπεραίωση των διαδικασιών παροχής πληροφόρησης τόσο προς τις επιχειρήσεις του ΧΑ όσο και προς τους επενδυτές. Σε γενικές γραμμές η τεχνολογία του συστήματος υποστηρίζει ψηφιακές υπογραφές αρμοδίων (με ειδική εξουσιοδότηση) προσώπων τα οποία κατέχουν ζεύγη κλειδιών ταυτοποίησης και αναγνωρισμένης ψηφιακής υπογραφής ενσωματωμένα σε μια προσωπική smart card

Μια σειρά έργα στο πλαίσιο του προγράμματος Κοινωνία της Πληροφορίας (ΚτΠ) αλλά και των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΕΠ) στον Δημόσιο Τομέα θέτουν ως βασική προδιαγραφή της χρήση ψηφιακών υπογραφών και αντίστοιχων πιστοποιητικών.  Τέτοιες εφαρμογές είναι το «Έργο ψηφιοποίησης του Ποινικού Μητρώου» του Υπουργείου Δικαιοσύνης , Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το πρόγραμμα «Ψηφιακή κατάθεση Εμπορικών Σημάτων» και η εφαρμογή/ σύστημα για τις ψηφιακές δημόσιες προμήθειες και προκηρύξεις στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου, η εφαρμογή «χρήση ψηφιακών υπογραφών στα ψηφιακά Φύλλα Εφημερίδας της Κυβέρνησης του ΕΤ»  (Εθνικού Τυπογραφείου) και το μεγάλο έργο «Ψηφιακή λειτουργία των ΚΕΠ»

Πολύ σημαντικό για την Ελληνική Δημόσια Διοίκηση το υποέργο 9 του ΣΥΖΕΥΞΙΣ όπου καθίσταται εφικτή η λειτουργία του PKI (Δημόσιο Κλειδί) και η διακίνηση πλέον ψηφιακών εγγράφων μέσω της πιστοποίησης ηλεκτρονικών υπογραφών  για πενήντα περίπου χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους . (Δελτίο τύπου ΚτΠ, 13-10-2004)

Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με έρευνα – μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών ερευνών (ΙΟΒΕ) η υιοθέτηση της ψηφιακής υπογραφής στη δημόσια διοίκηση θα οδηγήσει σε εξοικονόμηση ποσού τουλάχιστον διακοσίων εκατομμυρίων ευρώ κατ’ έτος (Τσακανίκας, 2015)

Τέλος μια πολύ σημαντική εφαρμογή με πολύ θετικές  κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις είναι το «ejustice». Η εν λόγω εφαρμογή , που εδράζεται στο Νόμο 4055/12, αντιμετωπίζει καθοριστικά το πρόβλημα της μεγάλης καθυστέρησης στην απονομή δικαιοσύνης στη χώρα μας. Με το Προεδρικό Διάταγμα 40/2013 προβλέπεται η δυνατότητα κατάθεσης δικογράφων με ηλεκτρονικά μέσα και η ηλεκτρονική παροχέτευση πιστοποιητικών και εγγράφων στο ΣτΕ και τα διοικητικά δικαστήρια υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν προηγμένη ψηφιακή υπογραφή (Προεδρικό διάταγμα 150/2001. Κατά αντίστοιχο τρόπο ρυθμίζεται το θέμα της επιδόσεως δικογράφων με ηλεκτρονικά μέσα από πλευρά των διαδίκων (ιδιωτών) της δημόσιας διοίκησης και των δικαστηρίων.

Παράλληλα από τον Απρίλιο του 2013  και ο ΔΣΑ (Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας) είναι φορέας χορήγησης ηλεκτρονικής υπογραφής.

Πολύ πρόσφατα ανακοινώθηκε από την «Εθνικό Κτηματολόγιο & Χαρτογράφηση Α.Ε». ότι εντός του 2016 θα είναι εφικτή η ηλεκτρονική υποβολή τοπογραφικών διαγραμμάτων ως συνοδευτικών στοιχείων των πράξεων στο Εθνικό Κτηματολόγιο.

Πρέπει επίσης να αναφερθούν και ως παράγοντες «ψηφιακής προόδου» της χώρας μας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, η έναρξη λειτουργίας της για δικτυακής πύλης ΕΡΜΗΣ , η εφαρμογή της «Διαύγειας» που προάγει στο μέγιστο βαθμό τη διαφάνεια, η διαρκώς βελτιούμενη εφαρμογή οικονομικών υπηρεσιών ΤΑXIS Εξάλλου, ένας στους τρεις πολίτες που κάνουν χρήση διαδικτύου έχουν λάβει ηλεκτρονικές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα.

  1. Η πορεία της εφαρμογής της ψηφιακής υπογραφής στην Ελλάδα. Ανοιχτά ζητήματα , προβλήματα και καθυστερήσεις   

Το 2011 με τον νόμο 3979 η Πολιτεία έθεσε το βασικό πλαίσιο ηλεκτρονικής διακυβέρνησης  μέσω της οποίας θα επιτύγχανε την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των πολιτών , τον αρτιότερο δυνατό σχεδιασμό και πραγματοποίηση projects πληροφορικής και θα άνοιγε τους κρουνούς  της ελεύθερης δημόσιας πληροφορίας και πληροφόρησης. Ειδικά μεγάλο βάρος δόθηκε στο θέμα της διακίνησης εγγράφων ανάμεσα σε υπηρεσίες του ίδιου φορέα αλλά και των φορέων μεταξύ τους καθώς επίσης και στην παροχή ανάλογων ψηφιακών υπηρεσιών μέσω της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε πολίτες με ταυτοποίηση και φυσικά την επαλήθευση της ταυτότητας των αιτουμένων πολιτών και των δημοσίων υπαλλήλων.

Παρά την ψήφιση του νόμου 3979 το 2011, μετά από δύο χρόνια, το 2013, τα συμπεράσματα σε σχέση με τη πρόοδο της χώρας στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης ήταν μάλλον απογοητευτικά (Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ΔΤ, 2013)

Η εφαρμογή του ν. 3979 απαιτούσε την έκδοση τριάντα τριών κανονιστικών πράξεων ! όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό δεν ήταν εφικτό όλες αυτές οι κανονιστικές πράξεις να εκδοθούν στην ίδια χρονική περίοδο. Παράλληλα , με βάση το περιεχόμενο του νόμου, το κάθε Υπουργείο είχε τη διακριτική ευχέρεια να ρυθμίζει τα κατά νόμο  οικεία βουλήσει χωρίς να υπάρχει συνέργια μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων. Ήταν και είναι περισσότερο από προφανές ότι απαιτούνταν και απαιτούνται απλούστευση των ρυθμίσεων και των διαδικασιών καθώς επίσης και προσπάθεια και πρόβλεψη για καθολική εφαρμογή και χρήση των διατάξεων του νόμου σε όλο το φάσμα της δημόσιας διοίκησης.

 Η συζήτηση στην Ελλάδα για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και μετά από πιέσεις που ασκούσε και ασκεί έμμεσα αλλά σαφώς το Ευρωπαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο πορεύεται η χώρα. Το 2014 το ΥΔΜΗΔ (Υπουργείο διοικητικής μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής διακυβέρνησης εκπόνησε το σχέδιο σχετικό με τη στρατηγική ηλεκτρονικής διακυβέρνησης το ποίο παρέδωσε για δημόσια συζήτηση (διαβούλευση)

Με το σχέδιο αυτό, σε γενικές γραμμές, η Πολιτεία αναγνωρίζοντας την ηλεκτρονική διακυβέρνηση ως πολύ σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης,  θέτει ως στόχο, μέσα σε μία επταετία, να αναβαθμίσει στο μέγιστο τις προσφερόμενες ηλεκτρονικές υπηρεσίες  προς τους πολίτες (πολιτοκεντρική οπτική), στόχος που έχει ως προαπαιτούμενο αλλά και παρεπόμενο την αύξηση των δεικτών παραγωγικότητας και αποδοτικότητας των δημοσίων υπηρεσιών και τη διαρκή βελτίωση των ηλεκτρονικών υποδομών. 

Πιο συγκεκριμένα σχετικά με την ηλεκτρονική υπογραφή στις δημόσιες υπηρεσίες η στόχευση στο άρθρο 7 αναφέρει : «Η Δημόσια Διοίκηση θα εγκαταστήσει ένα αποκλειστικά ηλεκτρονικό περιβάλλον διακίνησης, διαχείρισης και αρχειοθέτησης εγγράφων, αρχικά μεταξύ των υπηρεσιών των Υπουργείων και στη συνέχεια μεταξύ των Υπουργείων και των εποπτευόμενων οργανισμών, των ανεξάρτητων αρχών και των περιφερειακών και δημοτικών υπηρεσιών. Η ενδοδιοικητική επικοινωνία θα τελείται ηλεκτρονικά και θα ολοκληρώνεται με την ηλεκτρονική παραγωγή διοικητικών πράξεων. Προς τούτο, θα μοντελοποιηθούν με ενιαία πρότυπα τα βασικά έγγραφα της διοίκησης και θα χρησιμοποιούνται χωρίς εξαιρέσεις από το σύνολο των δημόσιων φορέων. Σταδιακά θα διατεθούν ψηφιακές υπογραφές στο σύνολο των στελεχών του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, η χρήση των οποίων θα είναι υποχρεωτική όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο για την ενιαία ηλεκτρονική διεκπεραίωση δημοσίων εγγράφων.» (Πρώην ΥΔΜΗΔ, 2014)

Στο σχέδιο γίνεται επίσης αναφορά στις επιδόσεις της Ελλάδας στο σύνολο των δεικτών του Ευρωπαϊκού ψηφιακού θεματολογίου όπου καταγράφεται υστέρηση έναντι των υπολοίπων χωρών μελών της ΕΕ της τάξης του 70% αλλά και σε επί μέρους τομείς όπου και επισημαίνεται η ο χαμηλός δείκτης διείσδυσης της ευρυζωνικότητας, η σχετικά χαμηλή χρήση του διαδικτύου (ποσοστό 42% των πολιτών δεν χρησιμοποιεί το διαδίκτυο),η επίσης περιορισμένη χρήση , πάντα συγκριτικά με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, των ηλεκτρονικών συναλλαγών και προμηθειών. Μέχρι το 2010 η χώρα μας πέτυχε σχετικά υψηλές επιδόσεις μόνο για επτά από τις είκοσι καίριες υπηρεσίες  Ψηφιακής Διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή ένωση.  Δυστυχώς η γενική επίδοσή της αναφορικά με το εύρος των παρεχομένων ηλεκτρονικών υπηρεσιών (ολοκληρωμένες ψηφιακές υπηρεσίες) τουλάχιστον με τα στοιχεία του 2010 την κατέτασσε στην τελευταία θέση στην ΕΕ (Πρώην ΥΔΜΗΔ, 2014)

Μέχρι σήμερα ανάμεσα στις βασικές αιτίες που προκαλούν προβλήματα πληροφόρησης , κωλύματα και καθυστερήσεις στη χώρα μας είναι ο χαμηλός δείκτης διαλειτουργικότητας ανάμεσα στις διάφορες υπηρεσίες αλλά και τις εφαρμογές, η αποσπασματική προσέγγιση, γνώση και πληροφόρηση της νομοθεσίας της ΕΕ από τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, η συνθετότητα των απαραίτητων υποδομών υποστήριξης των εφαρμογών αλλά και το κόστος εξυπηρέτησης των απαιτήσεων ασφαλείας καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι εθνικοί φορείς και οργανισμοί που εποπτεύουν και διαπιστεύουν τα προϊόντα ψηφιακής υπογραφής αναπτύσσονται με ιδιαίτερα βραδείς ρυθμούς.

Συμπεράσματα

Είναι δεδομένο ότι η ψηφιακή υπογραφή τα ψηφιακά πιστοποιητικά είναι, επί του παρόντος, η βέλτιστη λύση για την ταυτοποίηση του φορέα προέλευσης και την ακεραιότητα των δεδομένων στα ανοιχτά δίκτυα. Είναι επίσης κοινή απαίτηση αλλά και προϋπόθεση η σταδιακή, ορθή και ταχεία προσαρμογή της χώρας μας στις προδιαγραφές και υποχρεώσεις που θέτουν οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες για τις δημόσιες υπηρεσίες, την παραγωγή αναγνωρισμένων ψηφιακών πιστοποιητικών και γενικότερα την ανάπτυξη της διαλειτουργικότητας. Η δε διαλειτουργικότητα, όπως έχει προαναφερθεί, αποτελεί το κλειδί για τη διεύρυνση της χρήσης της ψηφιακής υπογραφής σε πολλές σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες και τις σχέσεις τους με τη δημόσια διοίκηση.

Άλλωστε ο δημόσιος τομέας αποτελεί τον κύριο κορμό, τον άξονα για την αποδοχή και χρήση της ψηφιακής υπογραφής γεγονός που αποδεικνύεται και από τον σημαντικό αριθμό των projects ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στη χώρα μας.

Δυστυχώς στην πορεία της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα η ολιγωρίες,  ο κατακερματισμός των προσπαθειών, οι αλληλοακυρώσεις και η έλλειψη συγκέντρωσης σε ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο είναι όχι σποραδικά φαινόμενα αλλά σχεδόν καθεστώς. Το πιο ανησυχητικό φαινόμενο , το οποίο δυναμιτίζει πολλές φορές κάθε σοβαρή προσπάθεια, είναι η πολύ χαμηλή διαλειτουργικότητα υπηρεσιών , συστημάτων και εφαρμογών. Με άλλα λόγια , όπως λέγεται και στη γλώσσα της πληροφορικής, «οι εφαρμογές δεν μιλούν μεταξύ τους». Αυτά τα ανοιχτά ζητήματα δυστυχώς διαιωνίζουν και ανανεώνουν το αίτημα για την ταχεία ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα και κατά συνέπεια και τη χρήση και διάδοση της ψηφιακής υπογραφής.

Η σχετικά πρόσφατη πρωτοβουλία για διαμόρφωση , αποδοχή και υλοποίηση του στρατηγικού σχεδίου για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση είναι μια πολύ θετική εξέλιξη αρκεί βέβαια να μην επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά ότι το συνεχές πρόβλημα στην ελληνική δημόσια διοίκηση είναι η …ασυνέχεια στη διοικητική πρακτική !

Στις 23 Οκτωβρίου 2016 ο Γραμματέας Διοικητικής Μεταρρύθμισης Δ. Τσουκαλάς δήλωσε στην κρατική τηλεόραση : « πρέπει να υλοποιήσουμε τον σχεδιασμό για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής υπογραφής». Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό , μετά 1999 και το 2001 ακόμη συζητάμε στην Ελλάδα για την αναγκαιότητα της εφαρμογής της ηλεκτρονικής υπογραφής στο δημόσιο βίο….

Βιβλιογραφία

Α. Βιβλία

 

  • Don Tapscott, 2008, “Grown up digital”, McGraw - Hill 
  • Απόστολος Πλεξίδας, 2013, «Ψηφιακή Υπογραφή», Αθήνα,  Ελληνική Εταιρεία Διοίκησης Επιχειρήσεων
  • Καρακώστας Ιωάννης, 2003, «Δίκαιο και Internet – Νομικά ζητήματα του Διαδικτύου», Αθήνα, Σάκκουλας.

Β. Δικτυακοί τόποι

 

  • Μιχαηλίδου Χρυσούλα, 2004, «Το πρόβλημα της Ηλεκτρονικής Υπογραφής», Περιοδικό Δίκη (Ψηφιοποιημένο), Τόμος 2000, Κέντρο Δικανικών Μελετών, Αθήνα,  http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=5&mid=1479&mnu=3&id=18381, πρόσβαση 12/11/2016
  • Κώστας Λιμνιώτης, 2013, «Κρυπτογραφία»,

               http://cgi.di.uoa.gr/~klimn/cryptography/chapter_1-General_Overview.pdf,

               πρόσβαση 29/10/2016

  • Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο , 1999, ΟΔΗΓΙΑ 1999/93/ΕΚ , Βρυξέλες, EURLex,   http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX%3A31999L0093, πρόσβαση 29/10/2016
  • Μαρτάκος Δ, Κυρλόγλου Ν, Μητράκας Α, 2004, «Δωδεκάλογος για τις ηλεκτρονικές υπογραφές & τα ηλεκτρονικά πιστοποιητικά ταυτοποίησης» Αθήνα, http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:U9aIp0AG-XAJ:www.ebusinessforum.gr/engine/index.php%3Fop%3Dmodload%26modname%3DDownloads%26action%3Ddownloadsviewfile%26ctn%3D270%26language%3Del+&cd=1&hl=el&ct=clnk&gl=gr, πρόσβαση 30/10/2016
  • Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2008, «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών - Πρόγραμμα δράσης για τις ηλ.υπογραϕές και την ταυτοποίηση προκειμένου να διευκολυνθεί η παροχή διασυνοριακών δημοσίων υπηρεσιών στην ενιαία αγορά /* COM/2008/0798 τελικό */»  , Βρυξέλες, EUR Lex ,http://eur-lex.europa.eu/legal- c , πρόσβαση 27/10/2016
  • Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο,2014,  Κανονισμός ΕΕ 910, Βρυξέλες, EUR – Lex,  http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:32014R0910, πρόσβαση 29/10/2016
  • Επιτροπή ΕΕ, 2000, «Απόφαση της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 2000, για τα ελάχιστα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη όταν ορίζουν φορείς  σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 της οδηγίας 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές», Βρυξέλες, EURLex,  http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:32000D0709, πρόσβαση  29/10/2016
  • Επιτροπή ΕΕ, 2003,  Απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2003, σχετικά με τη δημοσίευση αριθμών αναφοράς γενικά αναγνωρισμένων προτύπων για προϊόντα ηλεκτρονικής υπογραφής, σύμφωνα με την οδηγία 1999/93/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, Βρυξέλες, EURLex,

              (http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:32003D0511), πρόσβαση

              2/11/2016,

  • The Commission EU, 2006, “Report from the Commission to the European Parliament and the Council - Report on the operation of Directive 1999/93/EC on a Community framework for electronic signatures”, Βρυξέλες, EUR – Lex, http://eur-lex.europa.eu/legal-content/BG/ALL/?uri=celex:52006DC0120, πρόσβαση 11/11/2016
  • Αρχή Πιστοποίησης Ελληνικού Δημοσίου  - ΑΠΕΔ, 2015, Θεσμικό Πλαίσιο για την Ηλεκτρονική Υπογραφή, Αθήνα, ΑΠΕΔ,  w, πρόσβαση 3/11/2016
    • Κοινωνία της Πληροφορίας (ΚτΠ), 2004, Δελτίο Τύπου 14/10/2004, «ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΕΡΓΟΥ 9 ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ –ΣΥΖΕΥΞΙΣ»,Αθήνα,           http://www.ktpae.gr/index.php?option=com_ktppress&task=Details&id=10&Itemid=19, πρόσβαση 12/11/2016
    • Τσακανίκας Άγγελος, 2015, « Υιοθέτηση των ΤΠΕ και ψηφιακή ανάπτυξη στην Ελλάδα» ΙΔΡΥΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ / FOUNDATIONFORECONOMIC & INDUSTRIALRESEARCH, Αθήνα,  http://iobe.gr/research_dtl.asp?RID=108, πρόσβαση 5/11/2016
    • Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, 2013, «Δελτίο Τύπου 22/5/2013: Ημερίδα Καινοτόμο Εργαστήρι για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση», Αθήνα, ΥΔΜΗΔ, http://www.ydmed.gov.gr/?p=5015, πρόσβαση 7/11/2016
    • Πρώην ΥΔΜΕΗΔ, 2014, «Στρατηγική Ηλεκτρονικής Διακυβέρνηση – Στρατηγικές κατευθύνσεις – Στόχοι» , Πρώην ΥΔΜΗΔ – Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, Αθήνα,  http://www.opengov.gr/minreform/?p=1383 , πρόσβαση 6/11/2016
    • Πρώην ΥΔΜΕΗΔ, 2014, «Στρατηγική Ηλεκτρονικής Διακυβέρνηση – Δημόσια διαβούλευση επί της Στρατηγικής διακυβέρνησης», Αθήνα,  http://www.opengov.gr/minreform/?p=1390, πρόσβαση 6/11/2016

   

Τελευταία Άρθρα

Νέα διετή προγράμματα στα ΑΕΙ...

04 Νοεμβρίου 2017

Ο Υπουργός Γαβρόγλου και οι...

Ο έντιμος άνθρωπος κυρ Παντελής...

20 Μαρτίου 2017

Αν ήταν εύκολο να αντιληφτεί...

Ερμηνεύοντας την κρίση. Σκέψεις ανάμεσα...

07 Ιανουαρίου 2017

Η πολιτική κρίση είναι όσο...

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΨΗΦΙΑΚΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

09 Δεκεμβρίου 2016

Περίληψη Η «εισβολή» και επιβολή...

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ...

23 Νοεμβρίου 2016

Προκαλέστε τους ανθρώπους να συνεργαστούν...

Search