ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Είναι οι απολύσεις στο δημόσιο τομέα η ενδεδειγμένη στρατηγική επιλογή ;

Ο προβληματισμός και οι αντιπαραθέσεις σχετικά με τη μείωση των δημοσίων δαπανών στο σημερινό εκρηκτικό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον καλά κρατούν. Πολύς δε λόγος γίνεται, και θα γίνεται για καιρό όπως φαίνεται, για τη μισθοδοτική δαπάνη που προκαλεί ο Δημόσιος τομέας.

Έχουν ήδη δημιουργηθεί δύο κύρια και αντίθετα ρεύματα απόψεων και προτεινομένων πολιτικών που περισσότερο όμως υπηρετούν ιδεολογικές αγκυλώσεις και σκοπιμότητες, παρά συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας  μεσομακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αντιμετώπισης του μεγάλου αυτού προβλήματος.

Το ένα ρεύμα συγκροτείται από τους οπαδούς της θεωρίας του λιγότερου κράτους όπου το μισθολογικό κόστος θεωρείται ως ο κορυφαίος παράγοντας, μακράν των υπολοίπων, αναφορικά με την διόγκωση του κόστους λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Με αυτή την παραδοχή η απομάκρυνση / απόλυση μέρους των δημοσιών λειτουργών θεωρείται μάλλον επιτακτική ανάγκη αν , σύμφωνα πάντοτε με αυτή την άποψη, επιθυμούμε να περιστείλουμε τη δημόσια δαπάνη. Βέβαια οι οπαδοί  της πολιτικής εξορθολογισμού του κόστους και μείωσης του κράτους μέσω κυρίως της  περιστολής των μισθολογικών δαπανών κατηγορούνται για κοινωνική αναλγησία αφού έχουν την πρόθεση να αφήσουν εκτός δημόσιου χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους.

Το άλλο ρεύμα, παρά το γεγονός ότι αποτάσσει τη λογική των απολύσεων, δεν φαίνεται να προτείνει ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες λύσεις παρά μόνο μια μορφή «ανθρωπιστικής» στήριξης προς το δημόσιο τομέα και τον υπαλληλικό κόσμο ακυρώνοντας στην ουσία την προοπτική και την πιθανότητα να αλλάξει παραγωγικό επίπεδο. Ο δε ισχυρισμοί, σε αντίθεση με την άλλη πλευρά, ότι ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι μεγάλος, εκτός του ότι είναι ελεγχόμενης ορθότητας, άρα όχι κατ’ ανάγκη λαθεμένοι,  μετατοπίζει το όλο θέμα από την ποιοτική του διάσταση στην αμιγώς ποσοτική.  

Καταρχήν είναι δεδομένο ότι το «κόστος του δημόσιου τομέα» είναι η συνισταμένη αρκετών επί μέρους συνιστωσών κόστους , όπου, αυτό της μισθοδοσίας, αντιπροσωπεύει μία μόνο βασική συνιστώσα. Επειδή δε η συμβολή των διαφόρων παραμέτρων κόστους είναι ετεροβαρής, ευμετάβλητη και διαρκώς μεταβαλλόμενη, λόγω κυρίως των αλλαγών στο εξωτερικό περιβάλλον των δημοσίων φορέων, η σημερινή «όποια» επιμέτρηση και αποτίμηση του βαθμού συμμετοχής της μισθολογικής δαπάνης είναι και επίπονη και ελεγχόμενης αξιοπιστίας. Πέραν των γενικών μεταβολών του εξωτερικού περιβάλλοντος στο πολιτικό/νομικό, οικονομικό, κοινωνικό/πολιτιστικό, τεχνολογικό, δημογραφικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο, η ελληνική ιδιαιτερότητα , η λειτουργία δηλαδή του συνόλου των δημόσιων θεσμών με όρους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα και , την ίδια στιγμή, καταδεικνύει ότι κάθε προσπάθεια για την άμεση αποδοχή και εφαρμογή της μίας ή της άλλης προτεινόμενης πολιτικής είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία.

Όπως προειπώθηκε, η παράμετρος του μισθολογικού κόστους δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αποτελεί τον κορυφαίο παράγοντα στη διαμόρφωση του συνολικού κόστους. Παράγοντες όπως ο δείκτης παραγωγικότητας του άυλου και υλικού κεφαλαίου, οι τεχνοδομή του εργασιακού περιβάλλοντος και τα συστήματα διοίκησης, η στρατηγική ηγεσίας και η ποιότητα του δημόσιου management, η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού με βάση τις οριακές και θεμελιώδεις ικανότητες του δημόσιου φορέα αλλά και την τοποθέτησή του στο περιβάλλον  και το σύστημα ελέγχου και διαρκούς αξιολόγησης, αποτελούν μια σειρά λοιπών καθοριστικών παραμέτρων που «συνεισφέρουν», ανισομερώς φυσικά, στη διαμόρφωση του συνολικού κόστους. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η ενδοσκόπηση στο εσωτερικό περιβάλλον του δημόσιου φορέα δεν είναι μια ευθύγραμμη διαδικασία αλλά διαδραματίζεται με βάση τις ιδιαιτερότητες του κάθε φορέα ή τις ομάδες φορέων  και κυρίως το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα, όπως αυτό διαμορφώνεται από την εναρμόνιση των παραπάνω παραγόντων.

Τελικά η μεν λογική της αποψίλωσης του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου φαίνεται να αγνοεί επιδεικτικά ή, στην καλύτερη περίπτωση, να προσμετρά στον ελάχιστο βαθμό τις πολλές παραμέτρους διαμόρφωσης του μισθολογικού κόστους, η δε άποψη για διατήρηση του συγκεκριμένου αριθμητικού status στο δημόσιο, επικαλείται, σχεδόν αποκλειστικά τις υπαρκτές κατά περίπτωση ελλείψεις σε ανθρώπινους πόρους και δεν είναι πρόθυμη να αγγίξει την ουσία του προβλήματος, την ποιοτική δηλαδή προσέγγιση του δαιδαλώδους αυτού θέματος φοβούμενη ότι κάποιες αποφάσεις θα προκαλέσουν πολιτικό κόστος.

Αυτό που είναι βέβαιο, αν μελετηθούν επισταμένως όλοι οι παράγοντας κόστους, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις θα αποδειχτεί ότι το κόστος μισθοδοσίας δεν είναι ο κυρίαρχος φορέας κόστους αλλά ότι η «υπερβολική δαπάνη» οφείλεται στην ισχνή συμμετοχή άλλων παραγόντων στη βελτίωση του δείκτη παραγωγικότητας στους δημόσιους φορείς. Αν  συμφωνήσουμε ότι η βασική αποστολή του δημόσιου φορέα είναι η παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών προς τον πολίτη, τότε σε πολλές περιπτώσεις θα διαπιστώσουμε ότι ούτε οι λιγότεροι δημόσιοι λειτουργοί ούτε και οι περισσότεροι, έστω και υψηλότερα αμειβόμενοι , δεν έχουν τη δυνατότητα να υπηρετούν την αποστολή τους σε υψηλό επίπεδο ακόμη και αν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων. Να τονίσουμε δε ότι η αυταπάρνηση και η θετική διάθεση μεγάλων ομάδων δημοσίων λειτουργών δεν αρκεί για να διεκπεραιώσουν το έργο τους αν δεν συνοδεύεται από ένα σύνολο άλλων άυλων και υλικών προδιαγραφών. Σε κάθε περίπτωση η χώρα μας διαθέτει ένα πολύ συγκεκριμένο μείγμα ανθρώπινου δυναμικού στο δημόσιο τομέα, που καλείται να ανεβάσει τους δείκτες παραγωγικότητάς του αν θέλουμε να επηρεάσουμε θετικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας που ως γνωστόν νοσεί βαρύτατα. Υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στη βάση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν αν στον σχεδιασμό δεν συμπεριλαμβάνονται μεγάλες αλλαγές και στο δημόσιο τομέα που πρέπει να αποτελέσει έναν από τους κορυφαίους πυλώνες στο εθνικό εγχείρημα. Και οι αλλαγές αυτές δεν συνδέονται αναγκαστικά με συρρίκνωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Όχι επειδή ο αριθμός των δημοσίων λειτουργών είναι μικρός αλλά επειδή οι παράγοντες αναβάθμισης και κινητοποίησης του δημόσιου τομέα παραμένουν σε πλήρη αδράνεια. Μόλις πρόσφατα διάβασα μια μελέτη – απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με τίτλο «η αλήθεια για το Ελληνικό δημόσιο», που με μια σειρά, προσοχή, ποσοτικά στοιχεία, τεκμηριώνει την άποψη ότι ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι μεγάλος. Με αυτό τον τρόπο απαντά στις ακριβώς αντίθετες απόψεις περί διογκωμένου δημόσιου τομέα.

Όμως αυτή η προσέγγιση δεν απαντά στο ερώτημα που σχετίζεται με την παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα και τις στρατηγικές επιλογές που συνδέονται με την παραγωγική του αναβάθμιση. Με άλλα λόγια το δίλημμα απολύσεις ή όχι απολύσεις είναι τουλάχιστον παραπλανητικό και αποπροσανατολιστικό. Η λογική του πονάει χέρι - κόψει χέρι είναι , αν μη τι άλλο , μια ατεκμηρίωτη «εύκολη λύση» αφού το μέγα θέμα της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών παραμένει ανοιχτό. Από την άλλη, η εμμονή στην εφαρμογή ενός πλέγματος προστασίας του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου μακριά και πέρα από τις παραγωγικές προκλήσεις της εποχής, σε μια χειμαζόμενη χώρα που διψά ή πρέπει να διψά για την αλλαγή και την καινοτομία, στην ουσία ακυρώνει τη δημόσια διοίκηση και κρατά τα στελέχη της σε μια μόνιμη χειμέρια νάρκη δίνοντας την ευκαιρία σε κάποιους να επιτίθενται επί δικαίων και αδίκων.      

Τελευταία Άρθρα

Νέα διετή προγράμματα στα ΑΕΙ...

04 Νοεμβρίου 2017

Ο Υπουργός Γαβρόγλου και οι...

Ο έντιμος άνθρωπος κυρ Παντελής...

20 Μαρτίου 2017

Αν ήταν εύκολο να αντιληφτεί...

Ερμηνεύοντας την κρίση. Σκέψεις ανάμεσα...

07 Ιανουαρίου 2017

Η πολιτική κρίση είναι όσο...

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΨΗΦΙΑΚΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

09 Δεκεμβρίου 2016

Περίληψη Η «εισβολή» και επιβολή...

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ...

23 Νοεμβρίου 2016

Προκαλέστε τους ανθρώπους να συνεργαστούν...

Search